6 Φεβρουαρίου 2026
Πολιτισμός-ΤουρισμόςΤοπικά νέα

Συλλογική Έκδοση: «Στα ίχνη ενός σπουδαίου πολιτισμού»

Γράφουν οι:

Καραβίας Ζαφείρης      &     Γρίβας Διονύσιος

Πολιτικός Επιστήμονας Διεθνολόγος            Διδάκτορας / Ερευνητής

 

Το άρθρο, συνιστά απόσπασμα από τη Συλλογική Έκδοση της «Οινιαδών Ανάπτυξις» ΑΜΚΕ με τίτλο: «Οινιάδες: Ιστορία – Λαογραφία – Πολιτισμός»

 

Το παρόν πόνημα, αναφέρεται στο Θαλάσσιο Τρίγωνο που σχηματίζεται μεταξύ των Οινιαδών, των Νησιών του Κεντρικού Ιονίου (Ιθάκη, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μεγανήσι, Κάλαμος, Καστός, Εχινάδες νήσοι κ.α) και της Ηλείας. Θα δοθεί όμως έμφαση στον άξονα Οινιάδες – Νησιά Κεντρικού Ιονίου. Στην εν λόγω περιοχή αναπτύχθηκε διαχρονικά ένας σπουδαίος τοπικός πολιτισμός, έλαβαν χώρα κρίσιμα γεγονότα που επηρέασαν ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο και διαμορφώθηκαν ιδιαίτερες κοινωνικό – οικονομικές συνθήκες και ταυτότητες που επιβίωσαν μέχρι σήμερα.  Στο πλαίσιο παρουσίασης της θέσης μας, επιχειρείται παράλληλα η παράθεση των στοιχείων που επιβεβαιώνουν τη σημασία της περιοχής και το ρόλο της ως πύλη εξαγωγής πολιτισμού προς τη Δύση και διαχρονικό πεδίο έκφρασης ανταγωνισμού δυνάμεων που αναζητούσαν την κυριαρχία.

Γεωγραφικός Προσδιορισμός

 

Το κλειστό τμήμα του Ιονίου Πελάγους, που προσδιορίζεται από τα ανατολικά παράλια της Λευκάδας, τα παράλια της Ακαρνανίας τα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου, τα ανατολικά παράλια της Ζακύνθου και της νήσου Κεφαλληνίας, διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη του δυτικού κόσμου. Πρόκειται για το θαλάσσιο χώρο που διασχίζει η ρότα που ακολούθησαν τα πλοία που μεταλαμπάδευσαν τον ελληνικό πολιτισμό στη Δύση. Ακολουθώντας την εν λόγω  θαλάσσια οδό, οι αρχαίοι Έλληνες  μετέφεραν  τα αγαθά, τις ιδέες και τον πολιτισμό από την Ανατολή στη Δύση. Ενώ από την ίδια οδό έπλευσαν και οι άποικοι από τις ελληνικές πόλεις προς τη Νότιο Ιταλία. Ακόμη, η οδός αυτή ήταν η κυριότερη εμπορική οδός προς την Δύση μέχρι και την εμφάνιση των ατμοκίνητων και των μηχανοκίνητων πλοίων και παραμένει η κυριότερη θαλάσσια οδός από την Ελλάδα προς την Ιταλία και τα παράλια της Αδριατικής.

Εξαιτίας της σημαντικής στρατηγικής θέσης της λεκάνης αυτής στη ναυσιπλοΐα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, οι κατά καιρούς  πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της ευρύτερης περιοχής επεδίωξαν το έλεγχό της και η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ευρώπη κρίθηκε από ναυμαχίες που έλαβαν χώρα εκεί.

Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι στα όρια της υπό μελέτη Λεκάνης, το 323 π.Χ. έλαβε χώρα η ναυμαχία των Εχινάδων ανάμεσα στους Αθηναίους με τον αντιμακεδονικό συνασπισμό και τους Μακεδόνες.  Το 31 π.Χ. έλαβε χώρα η Ναυμαχία του Ακτίου, μεταξύ Μάρκου Αντώνιου – Κλεοπάτρας και Οκταβιανού, μια Ναυμαχία ορόσημο για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ιδίως για τους Λατίνους ιστορικούς, καθώς έκρινε την τύχη της ανώτατης ηγεσίας του Ρωμαϊκού Κράτους. Η επικράτηση του Οκταβιανού,  προσέφερε ασυναγώνιστη ισχύ στη Μεσόγειο αλλά και στα πολιτικά πράγματα της Ρώμης, σηματοδότησε την δημιουργία νέων θεσμών και τη μετάβαση της Ρώμης από Δημοκρατία σε Αυτοκρατορία. Η Ναυμαχία αυτή επίσης σηματοδότησε το τέλος της Ελληνιστικής Περιόδου και τη Ρωμαϊκή  επικράτηση με πολλαπλά πολιτιστικά και πολιτικά επακόλουθα.

Το 1427 έλαβε χώρα η μάχη των Εχινάδων, μεταξύ του Καρόλου Α΄ Τόκκου και της (Ανατολικής) Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου σημειώθηκε η αποφασιστική νίκη των Ρωμαίων, η τελευταία στη ναυτική ιστορία της Ρωμανίας και επέφερε την προσάρτηση της Πελοποννήσου στο Δεσποτάτο του Μορέως. Ενώ αποκορύφωμα των μαχών που έλαβαν χώρα στην περιοχή είναι η Ναυμαχία του Λεπάντο (Battaglia di Lepanto) καλούμενη επίσης ως Ναυμαχία των Εχινάδων ή αλλιώς του Κορτσουλάρη μεταξύ του Ιερού Συνασπισμού των Δυτικών Κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ουσιαστικά έλαβε χώρα στο νότιο τμήμα της θάλασσας των Εχινάδων νήσων, στις εκβολές του Αχελώου και είχε σαν αποτέλεσμα την επικράτηση του Χριστιανικού κόσμου έναντι  του Ισλάμ.

 

Εχινάδες Νήσοι

 

Στο κέντρο του υπό εξέταση θαλάσσιου χώρου ανάμεσα από τη Λευκάδα, την Ιθάκη, την Κεφαλλονιά και την Ακαρνανία εντοπίζονται μια σειρά από μικρότερα κατοικημένα νησιά όπως ο Κάλαμος, ο Καστός, το Μεγανήσι καθώς και πολυάριθμα διάσπαρτα ακατοίκητα νησιά που συνιστούν τις Εχινάδες νήσους, τις Ιερές νήσους, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς.

Τα νησιά αυτά εξαιτίας της θέσης τους αποτέλεσαν ορόσημο για τους ναυτικούς και τους θαλασσοπόρους της διαχρονικά πολυσύχναστης θαλάσσιας οδού, με αποτέλεσμα την εξονυχιστική και λεπτομερή χαρτογράφησή τους, το συμβολισμό τους ως «πέρασμα» που σηματοδοτούσε την αναχώρηση ή την άφιξη από ή προς την Ελλάδα σε καιρούς ταραχώδεις, με μη επαρκώς ανεπτυγμένα τεχνολογικά μέσα, άμεσα συνυφασμένα με την ελπίδα ή το φόβο του αγνώστου αντίστοιχα. Λόγω των πλούσιων μύθων και παραδόσεων που τις περιβάλλουν, οι Εχινάδες λάμβαναν μορφές και ιδιότητες στη φαντασία των αρχαίων θαλασσοπόρων που τις συνέδεσαν με την παρουσία νυμφών και θεοτήτων.

Ο Όμηρος αναφέρει τις Εχινάδες στην Ιλιάδα, όπου γράφει ότι ο Μέγης, γιος του Φυλέα, οδήγησε 40 πλοία για την Τροία από το Δουλίχιον στις “Ιερές Εχινάδες” επιβεβαιώνοντας αυτή τη διαπίστωση ήδη από τις απαρχές της γραπτής ιστορίας στον ελλαδικό χώρο.

Από τα κατοικημένα, το Μεγανήσι ακολούθησε διοικητικά τη  Λευκάδα ενώ ο Κάλαμος και ο Καστός διοικητικά μέχρι πρόσφατα ανήκαν στην Ιθάκη και πλέον στη Λευκάδα, τα δε ακατοίκητα νησιά, τα ονομαζόμενα στο σύνολό τους Εχινάδες νήσοι, εκτός από τους ελάχιστους κτηνοτρόφους και αυτά ήταν στη διοίκηση της Ιθάκης ή της Κεφαλλονιάς, ήταν δε κυρίως ιδιοκτησία Ιθακήσιων και κατ’ εξοχήν κατοίκων του Βαθέως, στο νότιο τμήμα της Ιθάκης. Τα νησιά αυτά χρησιμοποιούνταν κυρίως για κτηνοτροφία και ως καταφύγια για τους αλιείς.

Η κοντινή απόσταση των Εχινάδων από τις Ακαρνανικές ακτές είχε ως αποτέλεσμα να θεωρούνται ως οικείο μέρος και για τους Ακαρνάνες ενώ ο περιορισμός που δημιουργούσε η τρικυμιώδης θάλασσα του Ιονίου, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί Ακαρνάνες να εκμεταλλεύονται τα νησιά και πολλοί Ιθακήσιοι λόγω της απόστασης να τους τα μισθώνουν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν συμπληρωματικές κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των.

Κατά την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, οι Εχινάδες αποτέλεσαν ορμητήρια πειρατών. Ενώ την εποχή της επανάστασης, αγγλικοί στολίσκοι συναντούσαν τους οπλαρχηγούς του Ξηρομέρου στα νησιά αυτά προκειμένου να τους εφοδιάσουν με πολεμοφόδια.

 

Ιστορικό Πλάισιο – Απαρχές – Οινιάδες – Νεώριο

 

Η ιστορία της εξεταζόμενης θαλάσσιας λεκάνης χαρακτηρίζεται από συνεχείς ανταγωνισμούς και αγώνα για επικράτηση μεταξύ διαφόρων δυνάμεων με σημαντικές επίσης περιόδους ειρήνης και προόδου που επέτρεψαν σε έναν ιδιαίτερο και σπουδαίο τοπικό πολιτισμό να αναπτυχθεί.

Έτσι, από τους μυθικούς χρόνους απαντάται ο Μυκηναίος Βασιλιάς Ηλεκτρύονας να συστήνει συμμαχία, για να εκδιώξει τους Τάφιους που κυβερνούσαν την περιοχή και στη συνέχεια να εγκαταστήσει Βασιλείς στη σημερινή Κεφαλλονιά και Ιθάκη, τον Κέφαλο και τους απογόνους του. Αντίστοιχα οι Αργείοι υπό τον Αλκμαίωνα, εγκαταστάθηκαν και στην Ακαρνανία η οποία ονομάστηκε έτσι από το όνομα του γιου του Ακαρνάνα προκειμένου να ελέγχουν την πλούσια πεδιάδα του Αχελώου και την στρατηγικής σημασίας για την ναυσιπλοΐα της εποχής Ακαρνανική ακτή.

 

Όπως φαίνεται και από τα Ομηρικά Έπη κατά την μυκηναϊκή εποχή στην περιοχή αναπτύχθηκε ένα εκτενές βασίλειο που περιλάμβανε τα νησιά της Κεφαλλονιάς, Ιθάκης, παράλια της Ακαρνανίας με κυριότερο το Δέλτα του ποταμού Αχελώου καθώς και παράλια σημεία της Ηλείας και είχε ως κέντρο του τη Νήσο Ιθάκη. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιδιότυπη ναυτική κοινοπολιτεία με κοινά συμφέροντα, αποκεντρωμένη διοίκηση και πρωτότυπη για τα δεδομένα της εποχής οργανωτική δομή. Η συγκρότηση αυτού του ιδιαίτερου κράτους και η έντονη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα σε αυτό διαμόρφωσε μια πραγματικότητα που επηρέαζε την οικονομική ζωή του τόπου μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και το σήμερα.

Το σημαντικότερο στοιχείο που φανερώνει τη σημασία της περιοχής, την ευημερία και την ένταση της πολιτιστικής δραστηριότητας είναι η ύπαρξη τoυ Νεωρίου Αρχαίων Οινιαδών που ανάγεται περί τον 4-5ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή που μέχρι πρότινος υπαγόταν στα εδάφη που απάρτιζαν το ναυτικό βασίλειο του μυθικού Βασιλιά της Ιθάκης, του Οδυσσέα.

Οι Οινιάδες ήταν αρχαία πόλη της Ακαρνανίας που ιδρύθηκε περί τον 5ο αιώνα π.Χ. κοντά στις εκβολές του Αχελώου, ως αποικία των Κορινθίων. Υπήρξε η δεύτερη πληθυσμιακά πόλη της Ακαρνανίας μετά την πρωτεύουσα Στράτο. Όσον αφορά την οικονομία και τον πλούτο όμως οι Οινιάδες ήταν η πιο πλούσια πόλη των Ακαρνάνων, καθώς και ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της «Εσπέρας» Ελλάδος».

Η πόλη κτισμένη κοντά στις εκβολές του Αχελώου κατείχε στρατηγική θέση από την οποία ελεγχόταν τόσο η είσοδος προς τον Πατραϊκό Κόλπο όσο και η θαλάσσια αρτηρία μεταξύ της Ακαρνανίας και των νησιών Λευκάδας, Ιθάκης και Κεφαλλονιάς από την οποία διερχόταν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου από την Ελλάδα προς την Ιταλία και τις άλλες χώρες της Εσπερίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πόλη διέθετε τρία λιμάνια. Τα δύο εξ αυτών εξυπηρετούσαν εμπορικούς σκοπούς και το τρίτο πολεμικούς, ναυπηγήσεις και επισκευές. Στο τρίτο αυτό λιμάνι δεσπόζει ακόμη και σήμερα το καλύτερα σωζόμενο νεώριο του αρχαίου κόσμου, λαξευμένο στο βράχο, περιβαλλόμενο από ισχυρή οχύρωση, τεχνολογικό επίτευγμα της εποχής του, ένα απαράμιλλης σπουδαιότητας μνημείο που αποτελούσε το ναύσταθμο των Οινιαδών και συνιστά ένα από τα επιβλητικότερα και πιο καλοδιατηρημένα κτίσματα αυτού του είδους.

Στη συνέχεια, η περιοχή πέρασε στην κυριαρχία των Ρωμαίων και με το διάταγμα της Νικοπόλεως οι κάτοικοι της περιοχής εξαναγκάστηκαν να μετοικήσουν στη Νικόπολη της Πρέβεζας, της πόλης που έκτισε ο Οκταβιανός προς ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο και στην περιοχή παρέμεινε μόνο μια μικρή φρουρά.

Η κυριαρχία του Ανατολικού Ρωμαϊκού  κράτους στην περιοχή δοκιμαζόταν κάθε αιώνα από διαφορετικούς εχθρούς οι οποίοι παροδικά αποκτούσαν τον έλεγχο του περάσματος και ερήμωναν τις ακτές με τις επιδρομές τους. Άραβες, Σαρακηνοί, Νορμανδοί, πειρατές από το Αλγέρι και τις Ιλλυρικές ακτές είναι ίσως οι γνωστότεροι εξ αυτών.

 

Άλλοι, όπως οι Ενετοί και οι Οθωμανοί, παγίωσαν την κυριαρχία τους στο νησιωτικό και ηπειρωτικό τμήμα της αναφερόμενης περιοχής, καθιστώντας την σύνορο και πεδίο ανταγωνισμού αφενός στρατηγικό πέρασμα και αφετέρου περιοχή έντονης εμπορικής δραστηριότητας και πολιτιστικής αλληλεπίδρασης κυρίως για το υπόδουλο χριστιανικό στοιχείο που αναπτυσσόταν κάτω από δύο διαφορετικές διοικητικές δομές, κοινωνικές πραγματικότητες και νοοτροπίες.

Οι αλλεπάλληλες Βενετο-Τουρκικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στο Ιόνιο αποσκοπούσαν στη διατήρηση του ελέγχου αυτής της θαλασσινής περιοχής με την επικράτηση τελικά των Ενετών.

Από το τέλος της Ενετοκρατίας μέχρι την ένωση των Επτανήσων με το νεοσυσταθέν Ελληνικό Κράτος, την κυριαρχία των νησιών είχε η Θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία, ενώ του χερσαίου τμήματος η Οθωμανική αυτοκρατορία και έπειτα το νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος. Κατά μήκος των περιοχών που εμπερικλείονταν στο υπό μελέτη τρίγωνο άκμασαν μια σειρά από λιμάνια και παράκτιες πόλεις που εμπλέκονταν στην εμπορική δραστηριότητα που λάμβανε χώρα σε αυτό.

Ενδεικτικά σύμφωνα με τον καθηγητή Βασίλειο Κατσαρό εκθέσεις Ενετών Προβλεπτών που αναφέρονται στην περιοχή των Οινιαδών και ειδικότερα στην ιστορική κωμόπολη της Κατοχής, ιστορικό οικισμό που αποτελεί τη συνέχεια των αρχαίων Οινιαδών, επιβεβαιώνουν ότι κατά τον 17ο αιώνα η Κατοχή ήταν σπουδαιότατο εμπορικό κέντρο στην περιοχή της νοτιοδυτικής Στερεάς και ότι μέσω του πλωτού Αχελώου από τη σκάλα της μεταφέρονταν προς τη Βενετία τα προϊόντα της ενδοχώρας. Συνεπώς, η γεωγραφική θέση της Κατοχής μπορεί να χαρακτηριστεί από τη φύση της προνομιακή, καθώς επέτρεπε στους κατοίκους της να ελέγχουν το πέρασμα του ποταμού και να αναπτύσσουν εμπορικές δραστηριότητες που ευνοούσαν την οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη του 17ου αιώνα προϋπέθετε επίσης μακρόχρονη κοινοτική οργάνωση. Από το χρονικό των Τόκκων προκύπτει ότι ήδη πριν από τον 15ο  αιώνα η Κατοχή Ξηρομέρου υπήρχε ως ακμαίο κέντρο. Αντίστοιχα λιμάνια και ακμαία εμπορικά κέντρα ήταν το Δραγαμέστο (Αστακός), η Βόνιτσα, η Σκάλα του Μύτικα (Κανδήλα), το Βαθύ της Ιθάκης, η Σάμη, το Φισκάρδο, η Λευκάδα κ.α.

Παράλληλα οι Ακαρνάνες οπλαρχηγοί κατά την περίοδο της Επανάστασης κατέφευγαν στα Ιόνια νησιά και Επτανήσιοι έρχονταν να πολεμήσουν, για να απελευθερωθεί η πατρίδα.

Επίσης οι Επτανήσιοι, κυρίως Ιθακήσιοι, Κεφαλήνες, Λευκαδίτες και Ζακυνθινοί σε δύο χρονικές φάσεις, η πρώτη πολύ πριν την Επανάσταση και η άλλη μετά, δραστηριοποιήθηκαν για μακροχρόνιες περιόδους είτε εγκαταστάθηκαν μόνιμα αποκτώντας γη από την οποία παρήγαγαν γεωργικά  προϊόντα τα οποία δια θαλάσσης μεταφέρονταν στα νησιά. Για την εξυπηρέτηση του ανωτέρου σκοπού οι Επτανήσιοι που εγκαταστάθηκαν στις Ακαρνανικές ακτές, δημιούργησαν μύλους και αποθήκες που συνεπικουρούσαν την εν λόγω εμπορική δραστηριότητα. Η μαζική μετανάστευση από τα Επτάνησα στις γεωργικές περιοχές της Ακαρνανίας όπου και επικεντρώνεται η έρευνά μας, είχε ως αποτέλεσμα και τις επιγαμίες με τον ντόπιο πληθυσμό των Ακαρνάνων που διαβιούσαν στην περιοχή ενισχύοντας θεαματικά τη γενετική σχέση μεταξύ των κατοίκων της Ακαρνανίας και των Επτανήσων και κατά την πρόσφατη ιστορία. Πρόκειται για ένα γεγονός που λόγω της γεωγραφίας και της εμπορικής δραστηριότητας φαίνεται να επαναλαμβάνεται ανεξάρτητα με τις διοικητικές μεταβολές και άλλα μείζονα γεγονότα, συνεχώς ανά διαστήματα στο διάβα της ιστορίας.

Προχώρησαν δε περαιτέρω οι Επτανήσιοι και ξεπέρασαν τα όρια της Ακαρνανίας και έφτασαν στο Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, το Ευηνοχώρι και άλλα παραλιακά σημεία της γειτονικής Αιτωλίας. Ειδικότερα στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό οι Επτανήσιοι σε συνεργασία με ντόπιους πλοιοκτήτες / εμπόρους  ανέπτυξαν αξιόλογο στόλο με σημαντική παρουσία σε όλη τη Μεσόγειο. Αντίστοιχα Ακαρνάνες μετοικούσαν στα Επτάνησα, κυρίως στην Ιθάκη και την Κεφαλλονιά, όπου άφηναν τα γυναικόπαιδα σε περιόδους κατατρεγμού και πολέμων με τους Οθωμανούς. Το Ξηρόμερο, έδρα αρμοτολικίου και διασυνοριακή περιοχή μεταξύ Ενετών – Οθωμανών άλλωστε χαρακτηριζόταν από ρευστούς συσχετισμούς στη διοίκηση και συνιστούσε συχνή εστία εντάσεων και εξεγέρσεων των υπόδουλων Ελλήνων.

Επιπροσθέτως η εγκατάσταση των Επτανησίων είχε ως αποτέλεσμα  την επίδραση του επτανησιακού πολιτισμού στα παραλιακά μέρη της Ακαρνανίας, από Κατοχή έως Βόνιτσα γεγονός που μαρτυράται από τη διάχυτη σε ναούς τεχνοτροπία, στην ομοιότητα της αρχιτεκτονικής και της διαρρύθμισης των παραδοσιακών κτιρίων, τα τοπωνύμια αλλά και εκφράσεις πολιτισμού όπως δημώδη ρητά και προφορικές αφηγήσεις κοινές σε αμφότερες της περιοχές. Επιπροσθέτως, συμπληρωματικά με την επτανησιακή επίδραση στην Ακαρνανία, είναι διάχυτη και η μακραίωνη ενετική επίδραση στο σύνολο της περιοχής, που μαρτυρείται και από χώρους λατρείας όπως ερειπωμένα ενετικά μοναστήρια και ναοί αφιερωμένοι στον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Μάρκο καθώς και τον Άγιο Θεόδωρο, Αγίους που οι Ενετοί θεωρούσαν προστάτες τους.

Οι Ακαρνανικές Οινιάδες και η Αιτωλική Παραχελωίτιδα παρήγαγαν ξυλεία, γεωργικά προϊόντα, ζώα και άλλες ακατέργαστες πρώτες ύλες. Ένα σημαντικό ποσοστό αυτής της παραγωγής πήγαινε από τους Επτανήσιους που είχαν τα πλοία στα νησιά για ιδία χρήση και άλλα τα εμπορεύονταν σε άλλα σημεία της Μεσογείου.

Όλα τα παρατεθέντα στοιχεία, υποδηλώνουν συμπληρωματικά τη διαχρονική κοινή πορεία των περιοχών που υπάγονταν στα νοητά όρια του υπό μελέτη τριγώνου από την αρχαιότητα μέχρι και το πρόσφατο παρελθόν. Η δημογραφική συνάφεια και η οικονομική αλληλοσυμπλήρωση δημιούργησαν ένα ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό που ενυπήρχε και συνυπήρχε με τα όποια στοιχεία / διαφορές πήγαζαν από την τοπικότητα ή τα επίκτητα στοιχεία που άφηναν οι επικυρίαρχοι και ο οποίος βασιζόταν σε δύο είδη διακριτών ομάδων που θα επιχειρήσουμε να τους ομαδοποιήσουμε ανάλογα με τη δραστηριότητα που αναλάμβαναν και το ρόλο που είχαν στις παραγωγικές διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στο εμπορικό τρίγωνο προκειμένου να προχωρήσουμε στην ανάλυση μας.

 

Διάκριση κατοίκων σε ηπειρωτικού χαρακτήρα  και σε νησιώτικου χαρακτήρα – Ιδιότυπος Τοπικός Πολιτισμός

 

Εξαιτίας της διαφοράς του φυσικού χώρου που ζούσαν οι κάτοικοι των παραλίων της λεκάνης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαφοροποιούνται, σε ηπειρωτικού χαρακτήρα  και σε νησιώτικου χαρακτήρα βάση της θέσης του στην παραγωγική διαδικασία που λάμβανε χώρα στην υπό εξέταση περιοχή.

Το γεγονός ότι οι Ακαρνάνες ήταν για αιώνες  υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ τα  νησιά ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ενετών και αργότερα των Άγγλων λειτούργησε και αυτό έτσι ώστε  να αναπτυχθούν διαφορετικές νοοτροπίες και συμπεριφορές μεταξύ των δύο ομάδων κάτοικων.

Παρά τα τοπικά χαρακτηριστικά που εξελίχθηκαν με βάση διαφορετικές προσλαμβάνουσες από τον έκαστο διοικητικό παράγοντα μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, στον οικονομικό τομέα, λειτούργησαν συμπληρωματικά η μια με την άλλη με καθοριστικές συνέπειες για τη δημογραφία, τον πολιτισμό και την πορεία της υπό μελέτη γεωγραφικής περιοχής.

Τόσο στην Ακαρνανία όσο και στην Πελοπόννησο από αρχαιοτάτων χρόνων υπάρχουν εκτενείς πλουτοπαραγωγικές περιοχές, που παράγουν άφθονα γεωργικά προϊόντα αναγκαία για τη διαβίωση του πληθυσμού. Εξέχουσα είναι η εύφορη πεδιάδα των Οινιαδών που εντοπίζεται στις εκβολές του Αχελώου, δευτερευόντως ο κάμπος του Μύτικα στα δυτικά παράλια του Ξηρομέρου και ο κάμπος στις εκβολές του Πηνειού ποταμού στην Ηλεία. Ακριβώς αυτές οι τρεις περιοχές που με ευκολία παρήγαγαν τα αγαθά που στερούνται οι νησιώτες δημιουργούσαν το παραγωγικό σκέλος του υπό μελέτη συνόλου, με τα νησιά Λευκάδα, Κεφαλλονιά, Ιθάκη, Ζάκυνθο να δημιουργούν το έτερο σκέλος που ελλείψει πόρων προσέφερε εργατικό δυναμικό που συμμετείχε στην καλλιέργεια,  τη συγκομιδή, την επεξεργασία των αγροτικών προϊόντων και το κυριότερο αναλαμβάνοντας την εμπορία και μεταφορά των παραγομένων γεωργικών προϊόντων στα νησιά αλλά και εκτός της Λεκάνης του Κεντρικού Ιονίου.

Η συνεργασία αυτή των κατοίκων της ηπειρωτικής ακτής και των νησιωτών για την παραγωγή και την εμπορία προϊόντων είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οικονομικές συνεργασίες μεταξύ των δύο ομάδων που οδήγησαν βαθμιαία στη συνεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών εκτάσεων.

Αποτέλεσμα αυτών των συνεργασιών είναι ένας σημαντικός αριθμός κάτοικων της Ακαρνανίας, της Νότιας Αιτωλίας και της Βορειοδυτικής  Πελοποννήσου να προέρχεται από τα νησιά Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο και Ιθάκη όπως δηλώνουν άλλωστε και τα επίθετα των κάτοικων που συναντώνται εκεί.

Παράλληλα σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η αυξημένη ναυσιπλοΐα , το εμπόριο και η εύκολη πρόσβαση από τα Ενετοκρατούμενα και τα Αγγλοκρατούμενα έπειτα νησιά του Ιονίου στην Ακαρνανία και τις όμορες περιοχές, συνέβαλαν σημαντικά στην επιλογή του τόπου ως σημείο επαφής μεταξύ των Αρματολών και αργότερα των Επαναστατημένων Ελλήνων με τις Ξένες Δυνάμεις, στην επίτευξη σχετικά ασφαλών και γρήγορων επικοινωνιών, τον ανεφοδιασμό με όπλα και άλλα χρήσιμα είδη για τους εμπόλεμους. Ενδεικτικά να αναφερθεί πως στο Διόνι, στον Αστακό και στον Μύτικα οι Ξένες δυνάμεις παρέδιδαν όπλα στους Έλληνες, ενώ σε περιόδους πολέμων κατά τη διάρκεια της ενετοκρατίας δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Ενετοί διάλεγαν τον Πεταλά ως αγκυροβόλιο, την Κατοχή, τον Αστακό και τον Μύτικα ως σημεία απόβασης πριν ξεκινήσουν τις επιδρομές τους εναντίον των Τούρκων.

 

Εμπόδια στο εμπόριο εξαιτίας των αλλαγών στην κυριαρχία της περιοχής

Η οικονομική συνεργασία μεταξύ νησιωτών και Ακαρνάνων δεν εξελίχθηκε βέβαια απρόσκοπτα χωρίς τα προβλήματά της. Η Ακαρνανία εντάχθηκε στο Ελληνικό Κράτος περί το 1830 ενώ τα νησιά βρίσκονταν υπό ενετική κυριαρχία μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, για να την διαδεχθεί έως και το 1864 η αγγλική κυριαρχία οπότε ενώθηκαν με την Ελλάδα.

Το εμπόριο και οι μεταφορές πολλές φορές έπαιρναν τη μορφή του λαθρεμπορίου, αφού δεν ακολουθούνταν οι απαιτούμενες διαδικασίες και δεν πληρώνονταν οι προαπαιτούμενοι δασμοί. Από έγγραφα που υπάρχουν στο Ιστορικό Αρχείο Ιθάκης διαφαίνονται διαμαρτυρίες Τούρκων διοικητών για τις παράνομες δράσεις κάτοικων των νησιών.

Αλλά και οι πειρατείες που διενεργούντο είτε από ντόπιους είτε ξένους πειρατές καθιστούσαν το εμπόριο πολύ επισφαλές. Η αρπαγή φορτίου ή μέρους φορτίου από πειρατές ήταν αρκετά σύνηθες φαινόμενο και η πληροφόρηση για την ύπαρξη πειρατών σημαντικό γεγονός που ανακοινωνόταν στις νησιώτικες αρχές και γενικά μεταξύ των ναυτιλλομένων.

Μεταξύ των κατοίκων της λεκάνης  αναπτύχθηκε και ένα ανταλλακτικό εμπόριο όπου οι νησιώτες αντάλλασσαν κυρίως λάδι που είχαν υπερπαραγωγή ή προϊόντα που μετέφεραν οι ναυτικοί για σιτάρι, κηπευτικά προϊόντα ή ζώα. Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες κατοίκων της Κεφαλονιάς που κατά τη διάρκεια του  Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με πλοιάρια με κουπιά κατά τη νύχτα πήγαιναν στο Ξηρόμερο για να πάρουν σιτάρι. Αλλά και με βάρκες από την Ιθάκη χωρίς κανένα  φόβο έκαναν το δρόμο των 20 μιλίων περίπου για να εμπορευτούν. Μέχρι πρόσφατα επιβίωναν στην Κατοχή, αλλά και στο γειτονικό Νεοχώρι, οι Ντουγκάνες του Αχελώου όπου έδεναν τα πλοιάρια που ξεκινούσαν από τα Επτάνησα και διέπλεαν τον Αχελώο στο ύψος των τελωνείων αυτών για να προμηθευτούν κρέας, σιτάρι, ρύζι, ξυλεία, ζωοτροφές και άλλα χρήσιμα προϊόντα . Η σχέση των Επτανησίων με την περιοχή των Οινιαδών ήταν τέτοια ώστε τη γνώριζαν με εξαιρετική ακρίβεια, όλα τα αγκυροβόλια, όλα τα διαθέσιμα  προϊόντα και φυσικά τους ιδιώτες, τους εμπόρους και τους παραγωγούς τους οποίους χρειάζονταν να εντοπίσουν προκειμένου να εξυπηρετηθούν. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί και τα δεκάδες  καΐκια που διέσωσαν τους επιζώντες της Μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλονιά, ως επί το πλείστον νεαρούς άνδρες και στοργικά τους μετέφεραν στο Δέλτα του Αχελώου και την Παραλία Διόνι όπου τους εμπιστεύονταν σε ντόπιους Κατοχιανούς που τους έκρυβαν σε κρυφά και δυσπρόσιτα σημεία και ήταν η αιτία να σωθούν πολλοί νεαροί Ιταλοί στρατιώτες που προσέφεραν σημαντικές μαρτυρίες για τη σφαγή μετά τη λήξη του πολέμου.

 

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 η οικονομική ισορροπία στην περιοχή άλλαξε δραματικά εξαιτίας των δραματικών σεισμών του 1953 που προηγήθηκαν με καταστρεπτικές συνέπειες για την οικονομία των νησιών. Παράλληλα, η αδυναμία δημιουργίας των απαραίτητων οικονομικών δομών, ώστε να αποτραπεί το κύμα φυγής, οδήγησαν πολλούς στη μετανάστευση προς την Αθήνα και τις χώρες του εξωτερικού. Όσοι δε επέστρεψαν ή προτίμησαν να συνεχίσουν να ζουν στα νησιά στράφηκαν μαζικά στον τουρισμό. Στην Ακαρνανική πλευρά, αντίστοιχα, ο κάμπος των Οινιαδών, μετά τα έργα της περιόδου 1967-1974 υιοθέτησε εντελώς διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο με μηχανοκαλλιέργειες, δενδροκαλλιέργειες και βρώσιμες καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές μειώνοντας στο ελάχιστο την παραγωγή σιτηρών και οσπρίων με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται εργατικό δυναμικό από τα νησιά. Οι μύλοι και τα τελωνεία έπαψαν να υπάρχουν. Ενώ την ίδια εποχή τα τεχνολογικά άλματα και οι υποδομές που αναπτύχθηκαν, συνέβαλαν στη ραγδαία ανάπτυξη των χερσαίων μεταφορών  αλλά και την εκκίνηση χρήσης πλοίων τύπου Ferry Boat καθιστώντας ξεπερασμένη τη χρήση των καϊκιών από τα νησιά προς την Ακαρνανία.

Οι θαλάσσιες αυτές εμπορικές και επιβατικές γραμμές ωστόσο,  συνεχίζουν να υπάρχουν στην ίδια περιοχή, στην ίδια ρότα που διέπλεαν οι πρόγονοί μας  θυμίζοντάς μας μια ενδιαφέρουσα πτυχή της τοπικής ιστορίας που ενέχει στοιχεία για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.

 

Εκ του Γραφείου Τύπου  «Οινιαδών Ανάπτυξις» – ΑΜΚΕ

facebook

Ακολουθήστε το ThermoNews  στο Google News

 

Kάνετε Like στη σελίδα του ThermoNews.gr στο Facebook για να μαθαίνετε άμεσα  ό,τι συμβαίνει !

facebook

Σχετικές αναρτήσεις

Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο Ουρανίας Λανάρα

Newsroom

Νέα εποχή στο ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας: Αγιασμός και κοπή πίτας από τη νέα διοίκηση

Newsroom

Καλοκαίρι 2026 – Πρόγραμμα Λειτουργίας των Κατασκηνώσεων της Ι. Μ. Αιτωλοακαρνανίας

Newsroom
Φόρτωση....
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com