Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα κατά τη φετινή σχολική χρονιά, παρατηρείται ένα φαινόμενο που προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανησυχία: η συστηματική υποβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο και η παράλληλη απαξίωση του ρόλου των θεολόγων εκπαιδευτικών.
Παρά την ύπαρξη σημαντικών λειτουργικών κενών στις σχολικές μονάδες, οι προσλήψεις αναπληρωτών θεολόγων παραμένουν περιορισμένες. Την ίδια στιγμή, το μάθημα των Θρησκευτικών ανατίθεται συχνά σε εκπαιδευτικούς άλλων ειδικοτήτων, κυρίως φιλολόγους, οι οποίοι, παρά την επιστημονική τους επάρκεια στο αντικείμενό τους, δεν διαθέτουν την εξειδικευμένη κατάρτιση που απαιτεί η διδασκαλία του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν ακάλυπτα κενά και ταυτόχρονα άνεργοι θεολόγοι; Πώς διασφαλίζεται η ποιότητα της διδασκαλίας όταν το μάθημα ανατίθεται σε μη ειδικούς;
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου το μάθημα των Θρησκευτικών είτε δεν διδάσκεται ουσιαστικά είτε περιορίζεται σε αποσπασματική παρουσία. Έτσι, τα παιδιά στερούνται την πρώτη και ουσιαστική επαφή με την ορθόδοξη παράδοση, αλλά και με βασικές αξίες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.
Και όμως, σε μια εποχή όπου η κοινωνία μας δοκιμάζεται από κρίση αξιών, αύξηση της βίας, κοινωνική αποξένωση και έλλειψη προσανατολισμού, η ανάγκη για ουσιαστική παιδεία είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Το μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελεί ένα περιθωριακό γνωστικό αντικείμενο, αλλά ένα μάθημα που μπορεί να καλλιεργήσει τον σεβασμό, την αγάπη, την αλληλεγγύη και την υπευθυνότητα.
Οι θεολόγοι, ως επιστήμονες με εξειδικευμένες σπουδές που περιλαμβάνουν θεολογία, φιλοσοφία και ηθική, είναι οι πλέον κατάλληλοι να μεταδώσουν αυτές τις αξίες με πληρότητα και υπευθυνότητα. Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε αυτονόητο ότι και το μάθημα της Ηθικής, το οποίο συνδέεται άμεσα με ζητήματα αξιών, ανθρώπινης στάσης και κοσμοθεώρησης, θα πρέπει να διδάσκεται κατά προτεραιότητα από θεολόγους.
Την ίδια στιγμή, πολλοί από εμάς βρισκόμαστε στην ανεργία, χωρίς ουσιαστικές εναλλακτικές δυνατότητες απασχόλησης, καθώς σε προκηρύξεις του ΑΣΕΠ σπανίως προβλέπονται θέσεις για θεολόγους. Το γεγονός αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη κάλυψης των εκπαιδευτικών κενών από τον κλάδο μας, ώστε να αξιοποιείται το επιστημονικό μας αντικείμενο και να μην παραμένουμε επαγγελματικά αποκλεισμένοι.
Η αντικατάσταση των θεολόγων από μη εξειδικευμένους εκπαιδευτικούς δεν αποτελεί απλώς επαγγελματική αδικία, αλλά πλήγμα για την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η διεκδίκηση, λοιπόν, είναι ξεκάθαρη και δίκαιη:
να καλυφθούν τα κενά από θεολόγους,
να διασφαλιστεί η ουσιαστική διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλες τις βαθμίδες,
να δοθεί το μάθημα της Ηθικής κατά προτεραιότητα στους θεολόγους,
και να αποκατασταθεί η επιστημονική και παιδαγωγική τους θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο έναν επαγγελματικό κλάδο. Αφορά το είδος της παιδείας που θέλουμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας και, τελικά, την κοινωνία που θέλουμε να οικοδομήσουμε.
Ομάδα θεολόγων





